Σάββατο, 11 Ιουνίου 2011

Το Ωρολόγιον του Αγίου Σουλπικίου (Φαίδρος Μπαρλάς)

Ένα πραγματικό αριστούργημα, το οποίο συμπαθάτε με δεν είχα το κουράγιο να το αντιγράψω.Το φωτογράφισα λοιπόν και όποιος έχει την όρεξη και τον χρόνο ας το διαβάσει.Αξίζει..











Τρίτη, 31 Μαΐου 2011

Οδυσσέας Ελύτης (Πάντα επίκαιρος)




ΗΡΘΑΝ ντυμένοι "φίλοι" αμέτρητες φορές οι εχθροί μου το παμπάλαιο χώμα πατώντας. Και το χώμα δεν έδεσε ποτέ με τη φτέρνα τους. Έφεραν το Σοφό, τον Οικιστή και το Γεωμέτρη, Βίβλους γραμμάτων και αριθμών, την πάσα Υποταγή και Δύναμη, το παμπάλαιο φως εξουσιάζοντας. Και το φως δεν έδεσε ποτέ με τη σκέπη τους. Ούτε μέλισσα καν δε γελάστηκε το χρυσό ν' αρχινίσει παιχνίδι ούτε ζέφυρος καν, τις λευκές να φουσκώσει ποδιές. Έστεισαν και θεμέλιωσαν στις κορφές, στις κοιλάδες, στα πόρτα πύργους κραταιούς κι επαύλεις ξύλα κι άλλα πλεούμενα, τους Νόμους, τους θεσπίζοντας τα καλά και συμφέροντα, στο παμπάλαιο μέτρο εφαρμόζοντας. Και το μέτρο δεν έδεσε ποτέ με τη σκέψη τους. Ούτε καν ένα χνάρι θεού στην ψυχή τους σημάδι δεν άφησε ούτε καν ένα βλέμμα ξωθιάς τη μιλιά τους δεν είπε να πάρει. Έφτασαν ντυμένοι "φίλοι" αμέτρητες φορές οι εχθροί μου, τα παμπάλαια δώρα προσφέροντας. Και τα δώρα τους άλλα δεν ήτανε παρά μόνο σίδερο και φωτιά. Στ' ανοιχτά που καρτέραγαν δάχτυλα μόνον όπλα και σίδερο και φωτιά. Μόνον όπλα και σίδερο και φωτιά.

Κυριακή, 27 Μαρτίου 2011

Πιάσε το ΠΡΕΠΕΙ από το ιώτα και γδάρε το ίσαμε το πι.

Είσαι νέος – το ξέρω – και δεν υπάρχει τίποτε.
Λαοί, έθνη, ελευθερίες, τίποτε.
Όμως ε ί σ α ι. Και την ώρα που
Φεύγεις με το ‘να πόδι σου έρχεσαι με τ’ άλλο
Ερωτοφωτόσχιστος
Περνάς θέλεις – δε θέλεις
Αυλητής φυτών και συναγείρεις τα είδωλα
Εναντίον μας. Όσο η φωνή σου αντέχει.
Πώς της παρθένας το τζιτζίκι όταν το πιάνεις
Πάλλονται κάτω απ’ το δέρμα σου οι μυώνες
Ή τα ζώα που πίνουν κι ύστερα κοιτούν
Πώς σβήνουν την αθλιότητα: ίδια εσύ
Παραλαμβάνεις απ’ τους Δίες τον κεραυνό
Και ο κόσμος σού υπακούει. Εμπρός λοιπόν
Από σένα η άνοιξη εξαρτάται. Τάχυνε την αστραπή
Πιάσε το ΠΡΕΠΕΙ από το ιώτα και γδάρε το ίσαμε το πι.

Πέμπτη, 24 Μαρτίου 2011

Στάντης Αποστολίδης - Η εκδίκηση των τόνων!Οι συνέπειες από την κατάργηση του πολυτονικού συστήματος!

Όταν ψηφιζόταν σε μεταμεσονύκτια συνεδρίαση της Βουλής η τροπολογία Βερυβάκη για το μονοτονικό, η τότε κυβέρνηση, θωπεύοντας τον αριστερίστικο λαϊκισμό, ξεπούλαγε κάτι που ούτως ή άλλως δεν γνώριζε και δεν την ενδιέφερε! Ένα κομμάτι της Παιδείας συνυφασμένο, όχι μόνο με την αρχαιοελληνική παράδοση, αλλά και με την πνευματική παρακαταθήκη του νέου Ελληνισμού από το 18ο ήδη αιώνα! Ολ' οι θαυμαστοί 300, μαζί, συμπεριφέρθηκαν σαν αγράμματη γριούλα που βρίσκοντας στο σεντούκι της παλιά μπαρουτοκαπνισμένα κουμπούρια, τα δίνει στο γύφτο για ν' αδειάσει τον τόπο από τη «σαβούρα». Δεν ρωτάει κανέναν, και δεν θα μάθει ποτέ τι έχασε...
Κι ας φώναζε ο Ελύτης: «Είμαι υπέρ του παλαιού συστήματος, εναντίον του μονοτονικού και υπέρ της διδασκαλίας των Αρχαίων. Είναι η βάση για να ξέρεις την ετυμολογία των λέξεων». (Και πώς θα καταλάβεις άραγε Ελύτη χωρίς αυτή την έρμη την ετυμολογία;) Κι αλλού ξανά, γραφικότερα: «...κάθε ύψιλον, κάθε οξεία, κάθε υπογεγραμμένη, δεν είναι παρά ένας κολπίσκος, μια κατωφέρεια, μια κάθετη βράχου πάνω σε καμπύλη πρύμνας πλεούμενου, κυματιστοί αμπελώνες, υπέρθυρα εκκλησιών...». Δεν ήξερε αυτός, ήταν ποιητής!
Κι ας επέμενε ο Καστοριάδης: «Ν' αφήσετε τους τόνους και τα πνεύματα, γιατί αυτοί που τους βάλανε ήξεραν τι κάνανε. Η κατάργησή τους είναι κατάργηση της ορθογραφίας, που αποτελεί καταστροφή της συνέχειας. Ήδη τα παιδιά δεν μπορούν να καταλάβουν Καβάφη, Σεφέρη, Ελύτη, γιατί αυτοί είναι γεμάτοι από τον πλούτο των αρχαίων ελληνικών. Δηλαδή, πάμε να καταστρέψουμε ό,τι χτίσαμε!» Ήταν οπισθοδρομικός αυτός, παρωχημένος!
Κι ας ανέλυε ο Ρένος Αποστολίδης, φιλολογικότατα: «Η ορθογραφία δεν μπορεί παρά να είναι ιστορική, αφού η ορθή γραφή κάθε λέξης ακριβώς [...] εκκαλεί όλο το παρελθόν εμπειρίας, που αιώνες ποικιλοχρησίας συσσώρευσαν μέσα της, δυναμικοποιεί δηλαδή το θησαυρό της σε νόημα και ποιότητες ανεκτίμητες και βοηθεί άρα στο να ξελαμπικάρεται η λέξη διαρκώς, ν' αναπαρθενεύεται, να γίνεται η σημασία της πολυδύναμη...!»
Πλανιόντουσαν όλοι, κι εμείς, πραγματιστές, προσγειωμένοι, πρακτικοί, βρήκαμε τη λύση! Κι όχι πως ήταν τάχα θέμα ΠΑΣΟΚ. Η δεξιά αντιπολίτευση λούφαζε με μόνη αντιγνωμία τού -κατά φαντασίαν «συγγραφέα» κιόλας!- Αβέρωφ, που ψέλλισε πως: «χρειάζεται μια ειδική μελέτη», παραδεχόμενος όμως πάντως πως «είναι μία απλούστευση, η οποία θα είναι χρήσιμη για την... απλούστευση (sic) των νέων γενεών». Πολύ σωστά: «Για την απλούστευση των νέων γενεών»! Για να τους απλουστεύουμε, να τους διευκολύνουμε, να τους αλαφρύνουμε από το περιττό βάρος της γνώσης, της προσπάθειας, του όλου παραδεδομένου γλωσσικού πλούτου, αφήνοντας αδειανό τον εγκέφαλο για να τον γεμίσουν άμεσα με «πόκεμον» και joystick, με Excel και Word αργότερα. Έτσι, μας ενοχλούσε, λέει, το ιστορικό σύστημα τονισμού, παραήταν σύνθετο, «κούραζε αναίτια τα παιδιά», και το πετάξαμε στα σκουπίδια, χωρίς κανείς να σκεφτεί πως το απλούστερο που υιοθετήθηκε είν' εξ ορισμού κι ατελέστερο, κι άρα γι' αδαείς της γλώσσας μόνον, και για τις καθημερινές μας κουβέντες, ούτε για Επιστήμη ούτε για Λογοτεχνία στα σοβαρά ούτε για λόγο «ανεβασμένο» γενικώς, παρά για ομιλούντες μπαμπουίνους...
Μα ήταν πάντα η μεγάλη μάζα των αγραμμάτων, των τεμπέληδων μαθητών και των πεισματωμένων γονιών από τα δικά τους παθήματα από κακούς κι ανέμπνοους δασκάλους, που ποτέ δεν τους είχαν εξηγήσει τι εσήμαινε κάθε σύμβολο, παρά ήξεραν μοναχά να κόβουν βαθμούς με χαιρεκακία για κάθε δασεία που 'βρισκαν να σου 'χει ξεφύγει σαν τους τροχαίους της επαρχίας με τα ραντάρ. Κι ήταν και τα συμφέροντα των εκδοτών και των συγκροτημάτων Τύπου που 'ριχναν τόσο το κόστος της στοιχειοθεσίας και, και, και... Για όλους βολικό!
Και βρισκόμαστε να 'χουν περάσει 20 χρόνια αποξένωσης από την ιστορική μορφή των λέξεων χωρίς μια επιστημονική μελέτη για το τι σήμαινε γνωστικά αυτή η απώλεια! Και τώρα η απάντηση δεν μας έρχεται από δάσκαλους, με τη συγκομισμένη πείρα της καθημερινής διδακτικής (αλλά και πόσο σπαταλημένη όμως στους λαβύρινθους της περιπτωσιολογίας!), μήτ' από γλωσσολόγους, μήτ' από παιδαγωγούς, παρά από τους γιατρούς! Ναι, από ψυχιάτρους και στατιστικολόγους, που μιλάνε με την αδυσώπητη γλώσσα των αριθμών για την «εκδίκηση των τόνων»!
Το βιβλίο των Τσέγκου-Παπαδάκη-Βεκιάρη δεν είναι παρά μια γλαφυρή δημοσίευση (κι απολύτως βατή στον μη εξοικειωμένο αναγνώστη) των αποτελεσμάτων μιας ψυχιατρικής έρευνας πάνω σε 50 παιδιά πρώτης έως τρίτης Δημοτικού, προσεκτικά επιλεγμένα, ώστε ν' αποτελούν αντιπροσωπευτικό δείγμα πληθυσμού, δίχως καμμία ιδιαιτερότητα, που αφού μετρήθηκαν αναλυτικά μ' έγκυρες δοκιμασίες (tests) οι ψυχικές τους δεξιότητες, τα μισά απ' αυτά διδάχτηκαν εθελοντικά Αρχαία και πολυτονικό παράλληλα προς τ' άλλα τους μαθήματα. Και με το τέλος της χρονιάς ξανάγινε η ίδια αντικειμενική αξιολόγηση των ικανοτήτων τους. Τ' αποτελέσματα παρουσιάζονται με απόλυτη σαφήνεια σε μόλις δύο σελίδες:
Οι «πολυτονικοί» εμφανίζουν στατιστικώς σημαντική ανοδική διαφορά στη «συναρμολόγηση αντικειμένων», στη «διάκριση γραφημάτων», στη «μνήμη σχημάτων»! Αντιθέτως, οι «μονοτονικοί» παρουσίασαν διαφορά μονάχα στη «μνήμη εικόνων» αλλά... προς τα κάτω! Συμπερασματικά, διαπιστώθηκε ότι η διδασκαλία της ιστορικής ορθογραφίας επιδρά θετικά στις οπτικοαντιληπτικές ικανότητες και λειτουργίες των παιδιών, και μάλιστα στην κρίσιμη ηλικία των 6-9 ετών, όπως αυτές κατεξοχήν αναπτύσσονται. Και γιατί; Η επίδραση αυτή ανάγεται άμεσα στο είδος του ερεθίσματος: όσο πλουσιότερο σε οπτικά σημεία (τόνους και πνεύματα) το γνωστικό αντικείμενο τόσο περισσότερο εξαναγκάζεται σε εστίαση της προσοχής του ο δέκτης κι εξασκείται στην αναγνώρισή τους, αποκτώντας επιπλέον ικανότητα ταχύτερης οφθαλμικής κίνησης και ισχυρότερης συγκέντρωσης. Τα πολλά λόγια βλάπτουν, οι τόνοι όμως ωφελούν!
Όσοι θα 'θελαν να ερευνήσουν ακριβέστερα το πώς και τι, μπορούν να μελετήσουν τις 50 σελίδες με τους διαφωτιστικότατους πίνακες και τα συγκριτικά διαγράμματα ή να ελέγξουν τη μεθοδολογία της έρευνας. Οι δύο σελίδες ωστόσο των πορισμάτων θα 'πρεπε να τυπωθούν σε είκοσι ή τριάντα χιλιάδες αντίτυπα και να μοιραστούν σ' όλους τους εκπαιδευτικούς που διδάσκουν Ελληνικά στα σχολεία, για να ξέρουν πόσο στραβώνει τα παιδιά και η δικιά τους άγνοια πλέον, και να 'ναι συνυπεύθυνοι με την αβελτηρία τους εφεξής να υψώνουν τη φωνή τους και για θέματα παιδείας καθαρά, κι όχι μόνο για τους μισθούς τους έξω από τα υπουργεία, με τις ντουντούκες!
Θυμάστε που, χρόνια πίσω, κάτι δάσκαλοι του «πρακτικού» ισχυρίζονταν πως ήταν ανώτερο από το «κλασικό» διότι «τα μαθηματικά οξύνουν τον νουν». Κι εμείς κοροϊδεύαμε βέβαια, μα έλα που βρέθηκε επιστημονικά μετρημένο, με τα μαθηματικά τους κιόλας, πως τ' Αρχαία και η ορθογραφία εντέλει όξυναν περισσότερο τον νουν! Αυτή κι αν είν' εκδίκηση των τόνων!..
Πέρα όμως από αστεία κι αντεκδικήσεις, χρόνια τώρα ακούγονται τα φληναφήματα διαφόρων πως τάχα «τίποτε δεν χάσαμε με το μονοτονικό» κι «άχρηστες όλες εκείνες οι κουτσουλιές πάνω απ' τις λέξεις» και «οι αρχαίοι δεν τα 'χαν, οι Αλεξανδρινοί τα πρόσθεσαν» και «το ποτάμι δεν γυρίζει πίσω» κι άλλα τέτοια επιπόλαια κι αντιεπιστημονικά. Οι αποδείξεις για το τι χάσαμε βρίσκονται μπρος στα μάτια μας. Μήπως ξαναδιαβάζουν κάποιοι στον τοίχο, γραμμένο από αόρατο χέρι, εκείνο «Μανή, θεκέλ, φάρες» που είδε ο τελευταίος Βαβυλώνιος βασιλιάς, σαν έμπαινε κιόλας στις πύλες της πρωτεύουσας του ο Πέρσης που θα τον αφάνιζε κι αυτόν και το θρόνο του;.. «Μετρημένα, ζυγισμένα, διαιρεμένα» -δηλαδή: «τέλειωσες!» τον προειδοποιούσε τότε ο προφήτης. Μήπως δεν χρειαζόμαστε προφήτες πια, παρά μάς αρκούν οι φωνές όσων ξέραν ακόμα να χρησιμοποιούν αυτά τα «σημαδάκια» που μονοκοντυλιά κατάργησαν ανεγκέφαλοι κυβερνώντες, κι αν δεν μπορούν να σκεπάσουν τα μουγκανητά των «αρμοδίων» των υπουργείων όποιας Παιδείας εδώ και μίαν εικοσαετία, είναι πάντως σοβαρότατες και τώρα πια κι επιστημονικά επιβεβαιωμένες, ώστε να υποψιάζουν για το τι επίκειται;
Ασφαλώς το ποτάμι δεν γυρίζει πίσω! Μόνο, συμφορά μας! Θα τρέχουμε για καθαρό νερό από τα νάματά του, αύριο με τον κουβά, μεθαύριο με το κουταλάκι!*
* Ο γράφων υπήρξε παθών του παλιού κακού εκπαιδευτικού συστήματος ως ανορθόγραφος στους τόνους και τα πνεύματα, καθ' ο ακουστικός τύπος κι όχι οπτικός, και έκλαψε πικρά πάνω σε δασυνόμενες που του ξέφευγαν μονίμως, κι ωστόσο η μάθηση γίνεται μετά λύπης, όπως τό 'λεγε κι ο Αριστοτέλης, ενώ η «χαρούμενη γνώση» δυστυχώς ακόμα δεν βρέθηκε!


Άρθρο στην Ελευθεροτυπία, στήλη Βιβλιοθήκη, 03 Μαρτίου 2006

Παρασκευή, 4 Μαρτίου 2011

Ο ύστατος οβολός (Γ.Ρίτσος)

Δύσκολες ώρες, δύσκολες στον τόπο μας. Κι αυτός ο περήφανος,
γυμνός, ανυπεράσπιστος, ανήμπορος, αφέθηκε να τον βοηθήσουν,
εγγράψαν υποθήκες πάνω του, πήραν δικαιώματα, αξιώνουν,
μιλάνε για λογαριασμό του, του ρυθμίζουν την ανάσα, το βήμα,
τον ελεούν, τον ντύνουν μ' άλλα ρούχα ξέχειλα, χαλαρωμένα,
του σφίγγουν μ' ένα καραβόσκοινο τη μέση. Εκείνος,
μέσα στα ξένα ρούχα, ούτε μιλάει κι ούτε πια χαμογελάει
μη και φανεί που ανάμεσα στα δόντια του κρατάει (ως και την ώρα του ύπνου)
σφιχτά σφιχτά, σαν ύστατο οβολό του, (μόνο τώρα βιός του)
γυμνό, απαστράπτοντα κι ανένδοτο, το θάνατό του.

Σάββατο, 19 Φεβρουαρίου 2011

Ο Ρένος Αποστολίδης σχολιάζει το περίφημο ποίημα του Καβάφη "Όσο μπορείς"

[ Ρένος :] Θα συνιστούσα αυτό το ποίημα να το μάθουν απόξω, όσο γίνεται περισσότεροι άνθρωποι, και να το ξαναδιαβάζουν, να το ξαναλένε στον εαυτό τους, όπως, να πούμε, είναι κάτι τέτοια ποιήματα - ξέρω γω - σαν το "Αν μπορείς" του Κίπλινγκ, έτσι ... Αυτό... να το μάθουν απόξω και να το λένε. Λέγεται Όσο μπορείς :  
Κι ἂν δὲν μπορῆς νὰ κάμῃς τὴν ζωή σου ὅπως τὴν θέλεις,
τοῦτο προσπάθησε τοὐλάχιστον
ὅσο μπορεῖς: μήν τὴν ἐξευτελίζῃς
μές στὴν πολλὴ συνάφεια τοῦ κόσμου,
μές στὲς πολλὲς κινήσεις κι ὁμιλίες.

Μήν τὴν ἐξευτελίζῃς πηαίνοντάς την,
γυρίζοντας συχνὰ κ’ εκθέτοντάς την
στῶν σχέσεων καὶ τῶν συναναστροφῶν
τὴν καθημερινὴν ἀνοησία –
ὥσπου νὰ γίνῃ σὰ μιὰ ξένη, φορτικὴ.
[ Ρένος :] Προσέχετε τι λέει; Και σκεφτείτε τη ζωή μας, τη δικιά μας, τη ζωή των κοινωνιών των συγχρόνων, τη ζωή των εκδηλώσεων...
Όλοι πολλοί μαζί... στέκουν όρθιοι, λένε λόγια... τούτο... κείνο... τάχα αγαπιούνται... φιλιούνται -- φιλάν τον αέρα, δεξιά κι αριστερά απ' τα μάγουλα ο καθένας, κανένας δε φιλάει πράγματι τα μάγουλα, κανένας δε φιλάει πράγματι το στόμα, κανένας δεν επιθυμεί πράγματι όσο λέει πως επιθυμεί τον άλλο, "Α!...τι ωραία που σε είδα!..."
Αυτή είναι η πολλή συνάφεια του κόσμου, οι πολλές κινήσεις κι ομιλίες, κι όλη αυτή η ψευτιά, το θέατρο... - η οποία, λέει, εξευτελίζει τη ζωή... την εκθέτει... στην καθημερινήν ανοησία των σχέσεων και των συναναστροφών.
Εδώ δείχνεται ο πράγματι - θα έλεγα - επαναστατικός Καβάφης, προσωπικά επαναστατικός, - γιατί δεν ξέρω αν επανάσταση είναι η φωνή..., η επίθεση..., η μάχη... και μήπως είναι πιο φοβερή επανάσταση η απόφαση ότι δεν έχω καμμιά σχέση με το κακό και τη φλυαρία αυτού του κόσμου !
Τον είπανε ποιητή της παρακμής..., αυτά είναι γελοιότητες. Ας το ξαναλέει ο καθένας, ας το μάθει απόξω αυτό το ποίημα - θα του κάνει καλό -
Αν γλιτώσει και μία μονάχα απ αυτές τις εκδηλώσεις κι απ αυτές τες συνάφειες και τες πολλές κινήσεις κι ομιλίες, - θα είναι μεγάλο κέρδος.
---

πηγή...  http://stavrochoros.pblogs.gr/2008/09/o-renos-apostolidhs-sholiazei-kabafh-.html

Παρασκευή, 7 Ιανουαρίου 2011

Πού να 'σαι τώρα Άννα.. (Χάρης και Πάνος Κατσιμίχας)

Κάνε κουράγιο, Άννα.
Πάλεψε τα χρόνια.
Άννα μου, με τις αλλιώτικες συνήθειες,
τις αλλιώτικες κινήσεις.
Είχες πολύ καλούς τρόπους.
Φαινόταν ότι ήσουν από άλλο κόσμο.
Όμως, εσύ πάντα έκανες ό,τι μπορούσες
για να μην το δείχνεις.
Δεν περιφρονούσες τη φτώχεια
αλλά ούτε σε γοήτευε ιδιαίτερα.
Όλα σε σένα ήταν διαφορετικά.
Το δωμάτιό σου με τα σπάνια αντικείμενα,
τα γράμματα, τα δώρα σου...
Σίγουρα, είχες καλύτερο γούστο από μένα!
Ερχόσουν και μ' έβρισκες.
Το κρεβάτι μου, το στήθος σου...
Άννα, μικρή πρόστυχη κυρία.
Και κάτω απ' τα παράθυρα βρεγμένος δρόμος,
ο ήχος του τρένου, το σούρουπο.
Και το δωμάτιο μου, Άννα,
κρεμασμένο στον αέρα,
σαν πορτοκάλι.
Κάνε κουράγιο Άννα.

Πού να 'σαι τώρα;
Ποιός ξέρει πώς περνάς...
Πού να 'σαι τώρα; Αχ πώς αντέχεις;
Χωρίς να έχεις αυτό που αγαπάς
και δίχως ν' αγαπάς αυτό που έχεις...

Ξέρεις Άννα εμείς οι δυο
ήταν γραφτό να συναντηθούμε.
Τι να ξέρουν; Πώς μπορούν να ξέρουν οι άλλοι;
Συνομίληκη, μικρή ερωμένη μου.
Θυμάσαι; Εκατομμύρια στιγμές,
στιγμές που όσο πάνε και λιγοστεύουν,
έτσι όπως κάποιοι τις λεηλατούν
μπροστά στα μάτια μας, κάθε μέρα.
Άδικα παλεύω να τις κρατήσω, άδικα.
Κυλάνε βουβά και φεύγουν
προς τη μεγάλη θάλασσα.
Πέρασαν τόσα χρόνια.
Δεν φοράω πια το φοιτητικό μου μπουφάν
και δυσκολεύομαι να συνηθίσω
αυτό το καλοραμμένο κουστούμι.
Δεν περιφρονώ το χρήμα
αλλά ούτε με γοητεύει ιδιαίτερα.
Μότσαρτ, Ρέκβιεμ, Agnus Dei, Yesterday.

Απόψε θα 'ρθω στο πρώτο σου όνειρο.
Μη γεράσεις Άννα, μη γεράσεις.
Πες ψέματα στον άντρα σου.
Σκίσε την πρόσκληση, ακύρωσε το δείπνο.
Ακούμπησέ με, όπως τότε, με το γόνατό σου
κάτω από το τραπέζι.
Απόψε, Άννα.
Στο καλύτερο ξενοδοχείο.
Απόψε.
Στο πρώτο σου όνειρο.
Κάνε κουράγιο Άννα.

Πού να 'σαι τώρα;
Ποιος ξέρει πώς περνάς...
Πού να 'σαι τώρα; Αχ πώς αντέχεις;
Χωρίς να έχεις αυτό που αγαπάς
και δίχως ν' αγαπάς αυτό που έχεις...

Μη γεράσεις Άννα, μη γεράσεις.
Γιατί δε θα 'χω πια κανέναν και τίποτα
να με κρατήσει νέο.
Μόνος μου επιμένω ακόμα εδώ,
παρόλο που άρχισε πάλι να βρέχει,
έτσι όπως βρέχει πάντα στα νησιά
Οκτώβρη μήνα.
Θυμάσαι;
Θάλασσα από μολύβι και ουρανός από πεύκα.
Απόμακρες, ανάκατες φωνές.
Η φωνή της μητέρας, του φίλου, της κόρης,
του αδελφού, της ερωμένης,
της σειρήνας του πλοίου.
Ρούχα λευκά, βιαστικά μαζεμένα,
λίγο πριν τη βροχή.
Μαζί τους χάθηκε και το φως.
Ένας σύντομος περίπατος,
ακόμα...εκεί.Δίπλα στη θάλασσα.
Κι ύστερα...τέλος, τέλος.
Κάνε κουράγιο, Άννα.

Πού να 'σαι τώρα;
Ποιος ξέρει πώς περνάς...
Πού να 'σαι τώρα; Αχ πώς αντέχεις;
Χωρίς να έχεις αυτό που αγαπάς
και δίχως ν' αγαπάς αυτό που έχεις...

Κάνε κουράγιο Άννα...


"μετάφραση-διασκευή από κείμενο του ΣερβοΚροάτη στιχουργού-ποιητή Arsen Dedic"