Όταν μεγάλωσε, έμαθε / πως ο πατέρας του
ήταν κι αυτός, / «τη νύχτα εκείνη»,
στο Πολυτεχνείο.
Η θεία του η Λιλή, / ο θείος του ο Μιχάλης,
ήταν κι αυτοί,
«τη νύχτα εκείνη», / στο Πολυτεχνείο.
Όλοι οι γνωστοί του μπαμπά, / όλες οι γνωστές της μαμάς,
ήταν κι αυτοί, / «τη νύχτα εκείνη»,
στο Πολυτεχνείο...
Τώρα, κάθε πρωί, / καθώς κατηφορίζει την οδό Πατησίων
κι αντικρύζει την καγκελλόπορτα / την κλεισμένη «εις μνήμην».
στριφογυρίζει στο νου του /η ίδια απορία:
«Πώς διάβολο χώρεσαν / όλοι αυτοί εδώ μέσα;...»
Παρασκευή, 24 Δεκεμβρίου 2010
Δευτέρα, 20 Δεκεμβρίου 2010
ΥΜΝΟΣ ΣΤΗ ΖΩΗ - Κωστής Παλαμάς
Αγάπα και ξεφάντωνε και δούλεψε και ζήσε, και προσηλώσου στη ζωή σαν τον κισσό στο δέντρο, και δέσου με τη γήν αυτή στρείδι στο βράχο απάνω, και μη σε μέλει πού θα πάς τα μάτια σου όταν κλείσεις.
Παρασκευή, 17 Δεκεμβρίου 2010
Χρόνος χωρίς εποχές
Δε σ’ αγγίζουν τα χάδια
Τη στιγμή που το δέρμα σου αλλάζει κρυφά
Που μιλάς με σημάδια
Και μια θάλασσα χαϊδεύει τη νύχτα
Τη νύχτα σου
Που θέλει συντροφιά
Τα μάτια πάνω στη φωτιά
Και πετάω μαζί σου στ’ αλήθεια στην ίδια τροχιά
Ακουμπάω στο κορμί σου τα νύχια να νιώσω στεριά
Δεν ησυχάζουν οι φωνές
Με πειράζουνε δες
Πώς μεγάλωσα κι έγινα χρόνος χωρίς εποχές;
Δευτέρα, 13 Δεκεμβρίου 2010
Θυμάμαι..
Κάποτε μου 'στρωσες τη νύχτα στο κορμί σου
με λίγο φως απ' τις σελίδες του Λουντέμη
δεν είναι τάχα η γαλήνη από τη γη σου
είναι ο σεισμός από το βλέφαρο που τρέμει.
Και το τραγούδι σου κυρά μου που με δένει
σε δέντρο που 'γινε κατάρτι με το φύλλο
ηλιοτρόπιο γυμνό βυζαίνω ήλιο
όλο το φως απ' την Ελλάδα που απομένει.
.........
Κάποτε μ' άναβες φωτιά σε άγριο κάμπο
κλαδιά φουμέρνοντας μετά τον έρωτά μας
σου 'λεγα, πάρε με στα χώματά σου χάμω
μου 'λεγες, ζήσε εσύ να ζήσουν τα παιδιά μας.
Και τα κατάφερες να ζήσω εγώ κυρά μου
κι ούτε κουβέντα δε στεριώνει στη γενιά μας
και δε θ' ακούσουνε για 'σένα τα παιδιά μας
μόνο τα φίδια που δαγκώνουν την καρδιά μου.
με λίγο φως απ' τις σελίδες του Λουντέμη
δεν είναι τάχα η γαλήνη από τη γη σου
είναι ο σεισμός από το βλέφαρο που τρέμει.
Και το τραγούδι σου κυρά μου που με δένει
σε δέντρο που 'γινε κατάρτι με το φύλλο
ηλιοτρόπιο γυμνό βυζαίνω ήλιο
όλο το φως απ' την Ελλάδα που απομένει.
.........
Κάποτε μ' άναβες φωτιά σε άγριο κάμπο
κλαδιά φουμέρνοντας μετά τον έρωτά μας
σου 'λεγα, πάρε με στα χώματά σου χάμω
μου 'λεγες, ζήσε εσύ να ζήσουν τα παιδιά μας.
Και τα κατάφερες να ζήσω εγώ κυρά μου
κι ούτε κουβέντα δε στεριώνει στη γενιά μας
και δε θ' ακούσουνε για 'σένα τα παιδιά μας
μόνο τα φίδια που δαγκώνουν την καρδιά μου.
Κυριακή, 12 Δεκεμβρίου 2010
Άξιον Εστί (Οδ.Ελύτης)
ΗΡΘΑΝ ντυμένοι "φίλοι" αμέτρητες φορές οι εχθροί μου το παμπάλαιο χώμα πατώντας. Και το χώμα δεν έδεσε ποτέ με τη φτέρνα τους. Έφεραν το Σοφό, τον Οικιστή και το Γεωμέτρη, Βίβλους γραμμάτων και αριθμών, την πάσα Υποταγή και Δύναμη, το παμπάλαιο φως εξουσιάζοντας. Και το φως δεν έδεσε ποτέ με τη σκέπη τους. Ούτε μέλισσα καν δε γελάστηκε το χρυσό ν' αρχινίσει παιχνίδι ούτε ζέφυρος καν, τις λευκές να φουσκώσει ποδιές. Έστεισαν και θεμέλιωσαν στις κορφές, στις κοιλάδες, στα πόρτα πύργους κραταιούς κι επαύλεις ξύλα κι άλλα πλεούμενα, τους Νόμους, τους θεσπίζοντας τα καλά και συμφέροντα, στο παμπάλαιο μέτρο εφαρμόζοντας. Και το μέτρο δεν έδεσε ποτέ με τη σκέψη τους. Ούτε καν ένα χνάρι θεού στην ψυχή τους σημάδι δεν άφησε ούτε καν ένα βλέμμα ξωθιάς τη μιλιά τους δεν είπε να πάρει. Έφτασαν ντυμένοι "φίλοι" αμέτρητες φορές οι εχθροί μου, τα παμπάλαια δώρα προσφέροντας. Και τα δώρα τους άλλα δεν ήτανε παρά μόνο σίδερο και φωτιά. Στ' ανοιχτά που καρτέραγαν δάχτυλα μόνον όπλα και σίδερο και φωτιά. Μόνον όπλα και σίδερο και φωτιά.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
